Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ (3) Γιατί γράφουμε;

Δύο φίλοι, η Μαίρη Αλεξοπούλου και ο Γιάννης Χαιρετάκης, μέλη της ομάδας ανάγνωσης ΜΕ.Λ.ΟΜΑ - για την οποία έχουμε κάνει αρκετές αναφορές και προτείνουμε το μπλογκ τους http://mel8ma.blogspot.com/
στη στήλη μας ΠΕΡΙΗΓΗΘΕΙΤΕ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΩΣ - ενώ η Σώτη μιλούσε, έβγαλαν το κινητό τους και την ηχογράφησαν.
Το απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα της ομιλίας-παρουσίασης της Σώτης Τριανταφύλλου, στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης 2008 δημοσιεύθηκε στο μπλογκ τους και με χαρά μας επιτρέπουν την αναδημοσίευση. Τους ευχαριστούμε.



«Γιατί γράφουμε; Οι περισσότεροι από εμάς νομίζω ότι γράφουμε επειδή δεν μπορούμε να μην γράφουμε. Ωστόσο, ο καθένας μας έχει διαφορετικές κινητήριες δυνάμεις. Μία από τις δικές μου είναι η αντίσταση στον κονφορμισμό. Γράφω για να αντισταθώ στον συντηρητισμό που με περιβάλλει. Γράφω σαν να κάνω μία επαναστατική πράξη. Θα μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Θα μπορούσα να διοργανώνω διαδηλώσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι είμαι συγγραφέας που θέλει να διδάξει με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Απλώς είναι ένα τρόπος -και όχι «απλώς», αλλά με σύνθετο περίγραμμα- είναι ένας τρόπος για να αντισταθώ τόσο στην καθημερινή επίθεση των παραδοσιακών αξιών, όσο και στον εξίσου πατροπαράδοτο και θλιβερό αριστερό συντηρητισμό, στην -όπως έλεγε ο Walter Benjamin- «αριστερή μελαγχολία».
Τί είναι αυτό το πράγμα, στο οποίο νομίζω ότι πρέπει να αντισταθούμε; Από τη μια πλευρά έχουμε την τρομερή επίθεση των ηλεκτρονικών μέσων, της τηλεόρασης, όλης αυτής της χυδαιότητας που όχι μόνο απειλεί την αισθητική και την πολιτική, αλλά την ίδια μας την ύπαρξη. Κινδυνεύουμε να γίνουμε πραγματικά ηλίθιοι. Από την άλλη πλευρά και συγχρόνως η τηλεόραση καταληστεύει τον χρόνο. Οι περισσότεροι άνθρωποι παραπονιούνται ότι δεν έχουν χρόνο. Ωστόσο αν μιλήσεις λίγο μαζί τους διαπιστώνεις ότι έχουν παρακολουθήσει όλες τις μεσημεριανές εκπομπές, κι ας υπάρχει το συνεχές παράπονο ότι η ζωή είναι μικρή, ότι δεν έχει τη σωστή διάρκεια. Αφού λοιπόν δεν έχει τη σωστή διάρκεια καλό είναι να περνάμε ωραία. Και ωφέλιμα. Και η ανάγνωση κάνει τους ανθρώπους και καλύτερους και πιο ευτυχισμένους. Η τηλεόραση, όχι.
Το γράψιμο, λοιπόν, είναι για την σύγχρονη εποχή μία αντίσταση σ' αυτή την τρομερή επίθεση της εξουσίας. Κι από την άλλη μεριά στην αντίδραση της αντίδρασης, που είναι η σύγχρονη αριστερά, η οποία δεν κάνει σωστά τη δουλειά της, η οποία δεν αγαπάει τον κόσμο τον οποίο θέλει ν΄ αλλάξει, η οποία εμφορείται από ταξικό μίσος, ή από μίσος γενικά.
[...]
Ένας άλλος λόγος για τον οποίον γράφω είναι η αγάπη για τους άλλους. Όχι ότι γράφω για τους άλλους, αλλά γράφω επειδή αισθάνομαι έτσι απέναντι στους άλλους, επειδή αισθάνομαι αγάπη για τους ανθρώπους γύρω μου. Αυτό νομίζω ότι μπορεί να κάνει κάποιον αναγνώστη συγγραφέα.
Τέλος, ο τρίτος λόγος για τον οποίο νομίζω ότι γινόμαστε συγγραφείς στη σύγχρονη στιγμή είναι γιατί συχνά οι ιδεολογίες πετάνε το μωρό μαζί με τα κουβαδόνερα. Μέσα στην απαξίωση της ζωής, δεν βρίσκεται το ωραίο εκείνο που μας κάνει να μένουμε στον κόσμο και να μην αυτοκτονούμε. Θέλω να πω μ' αυτό ότι αν κανείς διαβάσει και σκεφτεί, θα βρει έναν καλύτερο τρόπο να ζήσει μέσα στον δεδομένο κόσμο με όλα αυτά τα δεινά που έχει. Συχνά παραπέμπω στον Επίκτητο, ο οποίος λέει μεταξύ άλλων (απλοποιώ λίγο):

«Σε όποιον δεν αρέσει αυτή η ζωή, πρέπει να φεύγει».
Μπορούμε να το προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο: Σε όποιον δεν αρέσει αυτή η δουλειά, πρέπει να φεύγει. Σε όποιον δεν αρέσει αυτή η σχέση, πρέπει να φεύγει. Σε όποιον δεν αρέσει αυτή η ομιλία, πρέπει να φεύγει. Είμαστε περισσότερο ελεύθεροι από όσο νομίζουμε. Κάνουμε πολύ μικρή χρήση της ελευθερίας μας.
Ο τελευταίος λοιπόν λόγος για τον οποίον γράφουμε είναι, νομίζω, να ξεχωρίσουμε μέσα από τα βιβλία μας και μέσα από τη σκέψη που μπορούν να γεννήσουν, τί μπορεί να αλλάξει στη ζωή, τί μπορεί να γίνει καλύτερο και πώς μπορούμε μέσα στο δεδομένο πλαίσιο να περάσουμε καλύτερη ζωή. Επίσης, πώς μπορούμε, αν δεν αντέχεται η ζωή μας, να φύγουμε.»



Επαναλαμβάνουμε ότι το κείμενο είναι απομαγνητοφώνηση του προφορικού λόγου της Σώτης δίχως κανενός είδους επεξεργασία. Το δημοσιεύουμε πιστεύοντας πως μπορεί να σας μεταδώσει κάτι από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο διάλογος της Σώτης με το κοινό της.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ (2) Η συγγραφέας

Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Σπούδασε Φαρμακευτική στην Αθήνα, Ιστορία και Πολιτισμούς στο Παρίσι, Ιστορία της Αμερικανικής Πόλης στη Νέα Υόρκη καθώς και Γαλλική Φιλολογία στην Αθήνα. Έχει γράψει τρεις συλλογές διηγημάτων ("Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι", "Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ", "Άλφαμπετ Σίτυ"), δύο βιβλία για τον κινηματογράφο ("Κινηματογραφημένες πόλεις", "Ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου 1976-1992"), οκτώ μυθιστορήματα ("Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης", "Αύριο, μια άλλη χώρα", "Ο υπόγειος ουρανός", "Το εργοστάσιο των μολυβιών", "Φτωχή Μάργκο", "Άλμπατρος", "Κινέζικα κουτιά", "Λίγο από το αίμα σου"), τις νουβέλες: "Γράμμα από την Αλάσκα", "Θάνατος το ξημέρωμα", "Η φυγή", "Συγχώρεση", "Πιτσιμπούργκο", καθώς και τα βιβλία για παιδιά "Η Μάριον στα ασημένια νησιά και τα κόκκινα δάση" και "Γράμμα από ένα δράκο". Μαζί με τον Ηλία Ιωακείμογλου, έγραψαν από κοινού τα βιβλία: "Αριστερή τρομοκρατία, δημοκρατία και κράτος" και "Για τη σημαία και το έθνος". Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, ποιητής, φίλος του βιβλιοπωλείου και μελετητής του έργου της Σώτης μας έστειλε το ακόλουθο σύντομο σημείωμα. Η συγγραφέας ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Προσεγγίζοντας τη Σώτη Τριανταφύλλου ως συγγραφέα μυθιστορημάτων δεν μπορείς να παραγνωρίσεις την συνολική πνευματική και επιστημονική δραστηριότητά της η οποία εκτείνεται σε πολλά επίπεδα.Από την φοίτησή της στην Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μέχρι σήμερα διήλθε ευδοκίμως το στάδιο της διδασκαλίας δύο ξένων γλωσσών, κατέθεσε δύο διδακτορικά σε ξένα Πανεπιστήμια, ειδικεύτηκε στην ιστορία της αμερικανικής πόλης, εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια, δίδαξε ιστορία του κινηματογράφου και δημοσίευσε 9 βιβλία (μελέτες - διηγήματα - μυθιστορήματα).Αποδεικνύεται έτσι ως μία εκ των πλέον παραγωγικών δημιουργών που δεν λεηλατεί τη γνώση - πράγμα που πολύ συχνά χαρακτηρίζει τους πολυπράγμονες.Σταθερό σκηνικό στην αφηγηματική δράση της Σώτης Τριανταφύλλου αποτελούν οι κοσμοπόλεις, οι μεγάλες πρωτεύουσες, στις οποίες κατ' εξοχήν κινήθηκε και κινείται αφήνοντας το ίχνος της η ρόδα της ιστορίας τού ανθρώπου είτε στο πολιτικό επίπεδο είτε στην περιοχή τής τεχνολογικής εξέλιξης είτε στην διαμόρφωση των ατομικών συμπεριφορών από γενιά σε γενιά και από εποχή σε εποχή.Για να γράψει τα βιβλία της ταξιδεύει στους χώρους της αφηγηματικής δράσης και συνήθως συναντά τους ήρωες τα φαντασίας της στα πρόσωπα καθημερινών ανθρώπων και - κατά δήλωσή της - καταληστεύει τη ζωή της και τη ζωή των φίλων της.Στα μυθιστορήματά της η ιστορία λειτουργεί αυτόνομα ως ήρωας δίχως πρόσωπο.Το ιδεολογικό κέντρο της Σώτης Τριανταφύλλου είναι η αγάπη για τους άλλους, η βεβαιότητα ότι οι ανθρώπινες αξίες είναι εφικτές και ότι το όραμα της ευτυχίας είναι κάτι που μπορούμε να αγγίξουμε. Πιστεύει στην ανθρώπινη ευδαιμονία και στον εμπλουτισμό της ζωής κάθε μέρα. Υποστηρίζει τις αριστερές ανθρωπιστικές αξίες και θεωρεί πως ολόκληρος ο κόσμος είναι το χωριό μας. Θεωρούμε σκόπιμο πριν κλείσουμε το post να δημοσιοποιήσουμε (με την άδειά της φυσικά) ένα e-mail που λάβαμε τις τελευταίες μέρες από την καλή μας φίλη Τασούλα Τσιλιμένη - επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, συγγραφέας - η οποία δίχως να γνωρίζει τίποτα για το μικρό μας αφιέρωμα, μας συμβούλευσε να διαβάσουμε το τελευταίο βιβλίο της Σώτης γράφοντάς μας: ... μόλις ολοκλήρωσα το μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου "Λίγο από το αίμα σου". Έχοντας ολόφρεσκο τον ενθουσιασμό και την απόλαυση της ανάγνωσης σπεύδω να σας το συστήσω εάν ακόμη δεν το έχετε διαβάσει. Μια γραφή τόσο διαφορετική για ένα ταξίδι γνήσια «λογοτεχνικό», χωρίς μετα-μοντέρνα συγγραφικά τερτίπια, που σου ξεδιπλώνει ιστορίες, σου αποκαλύπτει χαρακτήρες με τρόπο πολυφωνικό, τόσο αβίαστα και με τόση σπάνια μαεστρία. Μυθιστόρημα για απαιτητικούς αναγνώστες, που ξέρουν να απολαμβάνουν το μεδούλι και να προσπερνούν τις σειρήνες της «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ». (Λόγια ιδιαίτερης αξίας όταν δεν έχουν γραφτεί με πρόθεση τη δημοσίευση, αλλά τη λαχτάρα να διαδώσουν σε φίλο ένα καλό βιβλίο). Η φωτογραφία της Σώτης είναι από τη Διεθνή Έκθεση βιβλίου στη Θεσ/νίκη (Μάιος 2008)

Διαβάστε το 1ο μέρος του μικρού αφιερώματος για τη Σώτη με κλικ ΕΔΩ

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ (1) Γοητευτική συγγραφέας αλλά και «Παλιοκόριτσο»

(Σύντομες εικόνες μετά λόγου από τη γνωριμία με τη Σώτη)

Εικόνα 1η
Άνοιξη του 2000

Η Σώτη επισκέπτεται για πρώτη φορά το βιβλιοπωλείο μας παρουσιάζοντας «Το εργοστάσιο των μολυβιών». Εντυπωσιάζει. Κι αποκτά φίλους φανατικούς καθώς μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τον τρόπο που χειρίζεται τη γραφή αλλά και για ότι την έχει σημαδέψει και βγαίνει στο χαρτί.
Ακούστε ένα μικρό απόσπασμα




Εικόνα 2η
Φθινόπωρο 2001

Στο αεροπλάνο της επιστροφής από τη Διεθνή έκθεση της Φρανκφούρτης όπου η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα .
Η Σώτη, ένα από τα ονόματα που «έπαιζε» πολύ και προκαλούσε ευμενή σχόλια. Με ικανοποίηση οι φίλοι τα κουβεντιάζαμε μέχρι που ξέσπασε όλο παράπονο κι ένας «ορθόδοξος κομματικός» της παρέας.
Το «ΠΑΛΙΟΚΟΡΙΤΣΟ» εμείς το βάλλαμε στο κόμμα, εμείς το προωθήσαμε, εμείς … , εμείς … , εμείς … , κι αυτό δε φτάνει που έφυγε μας τα σέρνει κι από πάνω. Περιττό να πούμε ότι το «παλιοκόριτσο» έκανε τη διαδρομή μέχρι την Αθήνα πολύ πιο ευχάριστη , συντομότερη και διασκεδαστική.


Ας ακούσουμε κι άλλο ένα απόσπασμα με αναφορές στο θέμα που η Σώτη δε δίσταζε να επαναλαμβάνει και που εξόργιζε κάποιους.


Εικόνα 3η
2005 Διεθνής Έκθεση βιβλίου στη Θεσ/νίκη.

Η Σώτη μιλά για τη «Συγχώρεση» που αναφέρεται στη θανατική ποινή. Γίνεται χαμός από την προσέλευση του κόσμου. Στην αίθουσα δεν πέφτει καρφίτσα.
Η συμμετοχή του κοινού είναι συνταρακτική.
Και στο τέλος είναι ανεπανάληπτη η εικόνα των βιβλιόφιλων που πολιορκούν να της μιλήσουν, να της σφίξουν το χέρι, να την αγγίξουν, να την ενθαρρύνουν να συνεχίσει να γράφει για να απολαμβάνουν την ανάγνωση και να επικοινωνούν με τις ιδέες της. Μια εικόνα που συναντάς σε είδωλα της μουσικής ή του κιν/φου, αλλά σπανίζει σε ανθρώπους των γραμμάτων.



Το έχω ξαναγράψει. Το κοινό της Θεσ/νίκης λατρεύει τη Σώτη Τριανταφύλλου. Τέσσερις συνεχείς χρονιές είμαι μάρτυρας συγκινητικής ανταπόκρισης και διαλόγου των Θεσσαλονικέων προς τη Σώτη σε αίθουσες που αποδεικνύονται εξαιρετικά μικρές για να χωρέσουν το πλήθος που θέλει να την παρακολουθήσει.

Τα ηχητικά ντοκουμέντα και το φωτογραφικό υλικό προέρχονται από ομιλία της Σώτης στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ της Λιβαδειάς την Άνοιξη του 2000.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Η Ελλάδα της ομορφιάς και η Ελλάδα της ασχήμιας

Από τις σχεδόν μόνιμες Κυριακάτικες εξορμήσεις στους χωματόδρομους της καταπληκτικής Εύβοιας οι φωτογραφίες. Ένας ύμνος στην εκπληκτική φυσική ομορφιά της χώρας μας και θρήνος για την απύθμενη βλακεία μας - που κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να την καταστρέψουμε.


Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Οδυσσέας Ελύτης


Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ’ το βουνό ψηλά,
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Κώστας Βάρναλης



Κι ο δρόμος της επιστροφής. Θλίψη και αγανάκτηση. Λίγα χιλιόμετρα μετά το Ρεούζι με κατεύθυνση τα Λέπουρα.
Τις χιλιάδες πλαστικές σακούλες που κατέστρεψε η περσινή φωτιά
(το μόνο καλό της ανυπολόγιστης καταστροφής) φιλοδοξούμε να αντικαταστήσουμε συντομότατα απ' ότι δείχνει η χθεσινή φωτογραφία. Τι νομίζετε με το περιβάλλον θ' ασχολούμαστε τώρα;

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Στις διακοπές σας πάρτε μαζί και τα "ΜΠΛΕ ΚΑΣΤΟΡΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ" κάνουν καλό στο διάβασμα

Τα μπλε καστόρινα παπούτσια είναι ένα παθιασμένο μυθιστόρημα για τα πάθη της Αριστεράς, για τα πάθη της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Μια συγκλονιστική ιστορία που πραγματεύεται την Ιστορία με τα υλικά ερωτικής τραγωδίας.Με αφορμή την αιματηρή προβοκάτσια του παρακράτους τον Νοέμβριο του 1964, κατά τον εορτασμό για την επέτειο ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοπόταμου, ο Θανάσης Σκρουμπέλος στήνει μια τολμηρή τοιχογραφία των σίξτις, με φόντο το μαγαζί «Χαβάη» στο Μεταξουργείο: κέντρο τραβεστί, τόπο συνάντησης πρώην χιτών, αρχηγείο παρακρατικών συνωμοσιών, σήμα κατατεθέν μιας γειτονιάς, μικρογραφίας της Ελλάδας, χωρισμένης αυστηρά στα όρια μιας εξουσίας που καθόριζαν οι διεκδικήσεις των άτεγκτων αντιπάλων, Λαμπράκηδες και παρακράτος.Με σπαρταριστούς χαρακτήρες, όπως τον γοητευτικό πρωταγωνιστή Τρίλια ή Γαζούρη ή Γόη ή Άλογο, τον κυρ-Χρήστο, πανίσχυρο αφεντικό της «Χαβάης», τον μυστήριο, θεληματικό Μπόη, τον Μαλατσία, την Αριστέα, τη Νένα, πλήθος δευτερεύοντες χαρακτήρες και πυκνή πλοκή που κόβει την ανάσα, το μυθιστόρημα ξετυλίγει με τέχνη μικρά άγνωστα περιστατικά της εποχής και τις υπόγειες διαδρομές που τα συνδέουν με τα γνωστά πολιτικά γεγονότα.
Ας δούμε τον Θανάση Σκρουμπέλο να μιλά για το βιβλίο του



Η ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ έγραψε στην Eλευθεροτυπία, «Βιβλιοθήκη» - 21/03/2008 για το βιβλίο:
Το έτος 1963 υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό τόσο για την Ελλάδα όσο και για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Στα καθ' ημάς η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, η εκλογική νίκη της Ενώσεως Κέντρου με τον Γεώργιο Παπανδρέου επικεφαλής, η δημιουργία της Νεολαίας Λαμπράκη από τον Μίκη Θεοδωράκη· από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, η δολοφονία του προέδρου των ΗΠΑ Τζον Φ. Κένεντι. Σαράντα πέντε χρόνια μετά τρεις γνωστοί Ελληνες συγγραφείς έχουν ως σημείο αναφοράς των μυθιστορημάτων τους εκείνο το έτος με διαφορά χρονικής ανάσας: Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης με το μυθιστόρημα «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου» («Κέδρος», 2006) όπου η ανάδυση του παρακράτους της Θεσσαλονίκης περιστρέφεται γύρω από το γεγονός της επικείμενης επίσκεψης του προέδρου της Γαλλίας Σαρλ ντε Γκολ, λίγες μόνον ημέρες πριν από τη δολοφονία του Λαμπράκη, τον Μάιο εκείνης της χρονιάς. Ο Γιάννης Ξανθούλης, με το μυθιστόρημά του «Του φιδιού το γάλα» («Καστανιώτης», 2007), όπου ο βαρύς και ατελείωτος Μάιος του 1963 σηματοδοτεί μια σειρά από ριζικές ανατροπές στη ζωή του έφηβου ήρωα -και σημερινού μεσήλικα με προβλήματα μνήμης- με μακρινό φόντο το ταραγμένο πολιτικό κλίμα. Ο Θανάσης Σκρουμπέλος με το μυθιστόρημά του «Μπλε καστόρινα παπούτσια» («ΤΟΠΟΣ», 2007), το οποίο ναι μεν φέρει τον υπότιτλο «Μια ροκ ιστορία από τις ταραγμένες μέρες του '64», ξεκινάει δε από τις ακόμη πιο ταραγμένες του '63. Αυτό άλλωστε είναι και το μυθιστόρημα που θα μας απασχολήσει, το πιο πολιτικό και ευθέως συναρτώμενο με το ερεβώδες κλίμα της εποχής, χωρίς τα στοιχεία της παρωδίας και του μαύρου χιούμορ που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα του Γ. Σκαμπαρδώνη.

Ο Πρίσλεϊ και το παρακράτος

«Τα μπλε καστόρινα παπούτσια» είναι ο τίτλος ενός από τα πιο δημοφιλή τραγούδια των πρώτων χρόνων του ροκ εν ρολ αλλά και γενικότερα της ιστορίας της ροκ. Συνθέτης και πρώτος ερμηνευτής του ήταν ο Carl Lee Perkins. Το έγραψε και το ηχογράφησε το 1955 στο Μέμφις με τη Sun Records. Λίγους μήνες όμως, μετά, ο Πέρκινς παθαίνει ένα σοβαρό αυτοκινητικό δυστύχημα και δίνει την ερμηνευτική σκυτάλη στον φίλο του Ελβις Πρίσλεϊ που το ηχογραφεί με το δικό του ερμηνευτικό τρόπο. Από κει και πέρα, τα «Μπλε καστόρινα παπούτσια» ακολουθούν μια μυθική πορεία και καθιερώνουν τον Πρίσλεϊ σαν τον αδιαμφισβήτητο ερμηνευτή τους. Η φράση του ροκ σταρ στα διάφορα σώου του «Σας προειδοποιώ, μη βαδίζετε πάνω στα μπλε καστόρινα παπούτσια μου» έγινε αναφορά και σε μετέπειτα ροκ τραγούδια άλλων τραγουδιστών της ροκ. Το «Blue Suede Shoes», τέλος, το 2006 ανακηρύχτηκε μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις της αμερικάνικης μουσικής του 20ού αιώνα.


Ο Elvis Presley τραγουδάει τα "μπλε καστόρινα παπούτσια"


Δεν γνωρίζω αν ο Θ. Σκρουμπέλος είχε υπόψη του την περίφημη προειδοποίηση του Πρίσλεϊ για όσους βημάτιζαν πάνω στα μπλε καστόρινα παπούτσια του, στον ήρωά του πάντως δεν βγαίνει σε καλό ούτε το ότι παίζει στην κιθάρα του το τραγούδι ούτε και ότι τα φοράει. Μάλιστα, πρόκειται για αυθεντικά αμερικάνικα μπλε καστόρινα παπούτσια. Οι συνδηλώσεις πρόδηλες, όπως θα δούμε παρακάτω. Το μυθιστόρημα ξεκινά το φθινόπωρο του 1963, λίγο πριν από τις ελληνικές εκλογές και τη δολοφονία του Κένεντι, και εξελίσσεται καθ' όλη τη διάρκεια του 1964. Η τοπογραφία είναι η γνωστή και από τα προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα. Οι λαϊκές γειτονιές δυτικά της Ομόνοιας: Κολωνός, Βύθουλας, Αϊ-Γιώργης, Βοτανικός, Μεταξουργείο. Η ανθρωπογεωγραφία του επίσης γνωστή: Λαϊκός, φτωχός κοσμάκης, που προσπαθεί, προκειμένου να επιβιώσει, να ξεχάσει τα όσα τον διαίρεσαν και τον τσάκισαν τη δεκαετία του 1940. Στο μυθιστόρημα συνυπάρχουν όλοι οι τύποι της εποχής: Ο πρώην χίτης και νυν αρχινονός της περιοχής, ιδιοκτήτης νυκτερινού κέντρου με «άντρες που ντύνονται γυναίκες» και άμεσες διασυνδέσεις με βαθύ κράτος και Αμερικανούς πράκτορες. Ο πρώην δηλωσίας, που έχει συμφωνήσει άτυπα με τον πρώην χίτη να κρατιέται η ισορροπία και η ησυχία στη περιοχή. Οι νεολαίοι της ΕΔΑ. Ο κακός Αμερικανός πράκτορας και ερωτευμένος μέχρι τρέλας με νεαρό τραβεστί, ο καλός Αμερικανός -λαϊκό παιδί από το Μπρούκλιν- που χαρίζει μπλε καστόρινα παπούτσια, και όχι μόνον. Ανάμεσά τους, ο πρωταγωνιστής που τα φοράει. Ο 16χρονος Τρίλιας ή Γαζούρης ή Γόης ή Αλογο, με σήμα κατατεθέν το... υπέρμετρο πέος του.
Στο μυθιστόρημα υπάρχουν τρεις κόσμοι: Το παρακράτος και η αμερικανοκρατία. Ο ενεργός κόσμος της Αριστεράς. Η οικογένεια του Γαζούρη, με επικεφαλής την εμβληματική φιγούρα της μάνας του, Αριστέας, και τη μικρότερη αδελφή του, Νένα. Ο πρώτος και ο δεύτερος κόσμος αποτελούν το ιδεολογικά αντιθετικό ζεύγος που αλληλοσυμπληρώνεται και αλληλοκαταστρέφεται. Ανάμεσά τους μπλέκεται άθελά του ο Γαζούρης που τελικά μετατρέπεται στον αθώο αμνό που θυσιάζεται. Η υπερφυσική του βιολογική δυνατότητα για ζωή -παραπομπή στον Διόνυσο και την τελική του μοίρα- παύει να υφίσταται. Αρα και η συμβολική αναγέννηση της χώρας. Εκείνος που διασώζεται τελικά δεν είναι ο φορτισμένος ιδεολογικά ένθεν και ένθεν κόσμος αλλά αυτός της γήινης, μετρημένης, απλοϊκής αλλά και σοφής συγχρόνως από την εμπειρία της ζωής, Αριστέας. Μπροστά στην επιβίωση και στη συνέχεια της ζωής, η Αριστέα υπερβαίνει όλα τα ιδεολογικά σχήματα και θεωρήματα. Θα λέγαμε χαριτολογώντας ότι υπερβαίνει και αυτόν τον Ψυχρό Πόλεμο, που μαίνεται την εποχή εκείνη, με την απόφασή της να ακολουθήσει στην Αμερική τον καλό -και μαύρο!- Τζόνας, ερωτευμένο με τη Νένα, την οποία αργότερα θα παντρευτεί. Παρεμπιπτόντως φοράει και η Νένα μπλε καστόρινα παπούτσια, δώρο του Τζόνας βεβαίως, μόνον που σ' αυτήν φέρνουν τύχη.
Από τις σελίδες του μυθιστορήματος παρελαύνουν σχεδόν όλα τα πολιτικά γεγονότα του 1963-1964. Από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1963, με νικήτρια την Ενωση Κέντρου, τη δολοφονία του Κένεντι, τους φοιτητικούς αγώνες, τη δολιοφθορά του Παπαδόπουλου (Στούμπος στο μυθιστόρημα) με τη ζάχαρη στα τανκς, έως τα αιματηρά γεγονότα στον Γοργοπόταμο, κατά τη διάρκεια του εορτασμού της επετείου της ανατίναξης της γέφυρας στην Κατοχή. Ο Σκρουμπέλος χειρίζεται εύστοχα τους τρεις κόσμους που αναφέραμε, παραθέτοντας και μπλέκοντας αντιστικτικά τον έναν με τον άλλον, έτσι ώστε να επιτυγχάνει μια γρήγορη και κινηματογραφική εναλλαγή, χωρίς να χάνει την αίσθηση της οικονομίας. Χάνει όταν, προκειμένου να αναφερθεί στα πολιτικά γεγονότα της εποχής, μετατρέπει τη γραφή του σε καταγγελτικό πολιτικό ρεπορτάζ. 'Η όταν σχηματοποιεί πρόσωπα και καταστάσεις (οι καλοί και οι κακοί). Αντίθετα, εκεί που σαφώς κερδίζει είναι η εξαιρετικά αφομοιωμένη γλώσσα των λαϊκών ανθρώπων, του υπόκοσμου και των «ανδρών που ντύνονται γυναίκες». Μια γλώσσα χυμώδης και ζωντανή, που δίνει το στίγμα της στο ενδιαφέρον αυτό μυθιστόρημα. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως και με τα τρία του βιβλία, ο Σκρουμπέλος δημιουργεί ένα προσωπικό, γλωσσικό, υφολογικό και μυθιστορηματικό σύμπαν.


Το βιβλίο "μπλε καστόρινα παπούτσια",
του Θανάση Σκρουμπέλου έχει εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο ΤΟΠΟΣ και τιμάται 15,90 €

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

True Love : Ο ανεκπλήρωτος έρωτας από την πλευρά των αντρών. Η επιθυμία για συντροφικότητα από την πλευρά των γυναικών.

Όπως είχαμε υποσχεθεί στο προηγούμενο post παρουσιάζουμε το βιβλίο που στάθηκε η αφορμή για την προβολή των θέσεων που διατυπώθηκαν.

Το True Love του Άρη Μαραγκόπουλου είναι ένα σκληρό παιχνίδι ερωτικών σχέσεων στην εποχή του Διαδικτύου, διασκεδαστικό για τον αναγνώστη αλλά συχνά επικίνδυνο για τους ήρωες του βιβλίου – στον απόηχο των Επικίνδυνων σχέσεων του Λακλό. Πρόκειται για μια σύγχρονη σάτιρα ηθών, με τους ήρωες σε υπαρξιακή κρίση. Ο συγγραφέας Μίμης, η φίλη του Σοφία, η διαφημίστρια Κική, η γραφίστας Ντίνα, ο φίλος του Μίμη, Στέλιος, η κομμώτρια Ντέζη, ο αστυνόμος Πορφύρης συγκρούονται ανελέητα μεταξύ τους, επειδή σε όλους λείπει το ίδιο πολύτιμο αγαθό – που μάταια διεκδικούν από τον πρώτο τυχόντα. Το True Love είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας από την πλευρά των αντρών. Η επιθυμία για συντροφικότητα από την πλευρά των γυναικών. Είναι η απελπισμένη αναζήτηση του Νοήματος, μέσα κι έξω από τα δεσμά της συμβίωσης. Tα χαμένα όνειρα του Μάη του '68 όπως υπαινικτικά σχολιάζει η παρακάτω εικόνα.

Το θέμα του True Love ταιριάζει σε ροζ ιστορία. Αλλά δεν είναι. That goes without saying. Ο ρομαντισμός του είναι περιπαικτικός και οι γνωστές συμβάσεις του είδους μόνον ως χοντρά αστεία μπορούν να διαβαστούν. Το True Love είναι στην ουσία μια μαύρη κωμωδία, που σαρκάζει όσους κάνουν το λάθος να μπερδεύουν το μυαλό με την καρδιά τους· γεγονός που αφορά κάποιους διανοούμενους οι οποίοι, αν και έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην αναζήτηση του Νοήματος, αγνοούν την πιθανότητα αυτό να βρίσκεται, στην κυριολεξία, αν όχι μέσα τους, οπωσδήποτε πολύ κοντά τους.

Η Ρούλα Γεωργακοπούλου έγραψε στο "Βιβλιοδρόμιο" των Νέων (21.06.08)
(...) Ο Άρης Μαραγκόπουλος δεν έχει σκοπό πάντως να πειράξει τα κλισέ που θέλουν τους άντρες κυνηγούς της ηδονής και τις γυναίκες μουτζαχεντίν της συντροφικότητας και της σιγουράντζας. Έστω κι έτσι, ο Μίμης, η Σοφία, η Κική, η Ντίνα, ο Στέλιος, ο Πορφύρης και η κομμώτρια Ντέζη φτιάχνουν με τα κορμιά τους όλους τους δυνατούς συνδυασμούς δίνοντας στο βιβλίο ένα ελαφρώς kinky άρωμα ιδανικό για τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού.

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου έγραψε στην Ελευθεροτυπία (04.07.08)
(...) Ο Άρης Μαραγκόπουλος γράφει μια ιστορία για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συναντηθούν, να συνευρεθούν και να συνομιλήσουν, ακόμη κι αν βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλο, ακόμη κι αν οι ανάσες τους κοντεύουν να μη μπορούν να ξεχωρίσουν. Ένα λογοτεχνικό παιχνίδι με διάφορα αφηγηματικά είδη (από το αισθηματικό ρομάντζο και τα μυθιστορήματα ερωτισμού μέχρι την μαύρη κωμωδία και τη φάρσα), που μας κάνει να δούμε τους ήρωες και όλα όσα τους συμβαίνουν με μια μάλλον λοξή αν όχι και περιπαικτική ματιά.

Κλείνουμε την παρουσίαση με ένα μικρό βίντεο που αξίζει να παρακολουθήσετε.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Η γραφή, η τέχνη της ανάγνωσης και ο διεφθαρμένος λογοτεχνικός ρεαλισμός

Με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου - προσώπου οικείου και αγαπητού στους φίλους του βιβλιοπωλείου μας - μεταφέρουμε από το blog του Κακού Μαθητή, τον προβληματισμό του συγγραφέα για τον τρόπο υποδοχής του βιβλίου του αλλά και τη γενικότερη φιλοσοφία της γραφής και της πρόσληψης ενός λογοτεχνικού έργου στην Ελλάδα σήμερα.


Το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα στη γραφή και την ανάγνωση σήμερα είναι πρόβλημα κατανόησης του κόσμου. Όποιος καταλαβαίνει τον κόσμο μέσα από την κουλτούρα της Μπάρμπι (ακόμα κι αν αυτή είναι localized, όπως π.χ. στα ελληνικά ευπώλητα τύπου Νάσιουτζικ κ.λπ.) διαβάζει σαν Μπάρμπι. Δηλαδή διαβάζει πρόχειρα, επιπόλαια, στον αφρό. Κάνει zapping ανάγνωση. Ειδικά όταν πέσει στα χέρια του ένα κείμενο με κάποιες απαιτήσεις βαθύτερης ανάγνωσης του κόσμου το κείμενο ακυρώνεται αυτομάτως μέσα από την à la Μπάρμπι ανάγνωσή του.
Το παρατηρώ αυτόν τον καιρό με τις αναγνώσεις φίλων και γνωστών και λιγότερο γνωστών που σχετίζονται με το True Love. Ελάχιστοι αγγίζουν το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα που θίγει το βιβλίο. Ελάχιστοι διαβάζουν, κατανοούν την πραγματικότητα του βιβλίου. Ελάχιστοι δίνουν σημασία στις ρητές απαιτήσεις του. Ελάχιστοι κατανοούν το ύφος του ή την αλλαγή του διαφορετικού ύφους από ενότητα σε ενότητα. Ελάχιστοι παίρνουν τα κλειδιά του για να διαβάσουν τη θέση που τους προτείνει (διότι βέβαια έχει θέση, είναι αυτό που λέμε roman à thèse και, επίσης έχει κλειδιά – όχι κρυμμένα κάτω από τη γλάστρα της εισόδου αλλά ολοφάνερα στην είσοδο…). Όλοι, δηλαδή η πλειονότητα, μένουν στην ψευδοερωτική επιφάνεια, στις «σχέσεις», στην ύπαρξη ή όχι true love, κ.λπ.
Σε τέτοιο βαθμό συμβαίνει αυτή η θλιβερή παρανάγνωση που συχνά πυκνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να απαντάει σε ερωτήσεις που αφορούν παρόμοιες αναγνώσεις λες και είμαι στήλη λαϊφστιλίστικου περιοδικού του είδους «η Κα Κατίνα σας απαντάει». Υπάρχουν έως κι εκείνοι (εννοείται ότι είναι εκείνες, πάντα) που με ρωτάνε, στο όριο μεταξύ συμπόνιας και συμπάθειας: «πρέπει να έχεις πολύ υποφέρει στη ζωή σου από τις γυναίκες έτσι;» Και το κακό είναι ότι ρωτάνε πάρα πολύ σοβαρά. Γιατί;Επειδή διαβάζουν τη λογοτεχνία όχι ως αυτό που είναι, ως τέχνη της ζωής, μια τέχνη που θέτει ερωτήματα για τη ζωή, μια τέχνη που διδάσκει απολαυστικά την αλήθεια και την ομορφιά αφηγούμενη πάντα ψέματα, αλλά ως φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού. Και δεν πολυφταίνε. Αφού αυτή τη γραφή κι αυτή την ανάγνωση έχουν μάθει. Έχουν μεγαλώσει με τους ευπώλητους διασκεδαστές, όλο αυτό το επιδέξιο σινάφι που πουλάει όσο όσο το ρεπορτάζ του (ψευδο)Πραγματικού καθώς οι εκδότες ασύστολα το πλασάρουν –παρέα με τους πουλημένους δημοσιογράφους– ως λογοτεχνία. Ρεπορτάζ του Πραγματικού που, το κυριότερο, δεν έχει καμμία σχέση με το Πραγματικό. Ή, έχει, όση σχέση έχει η Μπάρμπι με τον πραγματικό κόσμο ή τα Goodies με το πραγματικό φαΐ. Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραμορφωτικής ανάγνωσης του κόσμου είναι μία – και την διατυπώνω δίχως καμμία περαιτέρω εξήγηση (ο καθείς θα πρέπει να την ανακαλύψει μέσα από την προσωπική του διαδρομή): σιγά, αλλά σταθερά, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο, χάνεται από τα μάτια της πλειονότητας του κόσμου το κριτήριο της ομορφιάς, η ομορφιά η ίδια.ΙΙ. H λογοτεχνία εδώ και μερικές δεκαετίες στο εξωτερικό εδώ και μερικά χρόνια στην Eλλάδα δεν είναι αυτό που υπήρξε προηγουμένως. Πολύ απλά: H θεμελιώδης ψευδαίσθηση ότι η τέχνη γενικά και η λογοτεχνία ειδικότερα έχει κάποιου είδους χρησιμότητα δεν ισχύει πλέον. Για την ακρίβεια δεν τρέφουμε καμμία ψευδαίσθηση σήμερα: όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται. Άρα τα πάντα στρέφονται συνειδητά ή ασυνείδητα προς την οικονομική συναλλαγή. Aν αυτό πολύ γενικά ισχύει, και διαβεβαιώνω ότι ισχύει (υπάρχει τεράστια σχετική βιβλιογραφία), τότε η αγωνία του σύγχρονου καλλιτέχνη και του σύγχρονου συγγραφέα είναι η αγωνία του ανθρώπου που θέλει να διατηρήσει θεμελιώδεις, για τη συνέχεια της ζωής, ψευδαισθήσεις. O συγγραφέας, σε μια εποχή που κινδυνεύει ακόμα και η διαδικασία της ανάγνωσης ως παιδαγωγικής διαδικασίας, πρέπει πρώτα απ' όλα να πείσει όχι ότι απλώς αξίζουν οι δικές του ιστορίες αλλά ότι αξίζει ακόμα να περιγράφουμε ή να διαβάζουμε μύθους και ιστορίες, όποιες κι αν ειναι αυτές. O συγγραφέας με αυτή την έννοια, και μόνον με αυτήν, παραμένει αυτό που ήταν πάντα: ένας αντιδραστικός προς το κυρίαρχο ρεύμα ή, αν προτιμάτε: ένας μοναχικός επαναστάτης.ΙΙΙ. Φυσικά αυτή η αγωνία δεν αφορά πολύ κόσμο. Eννοώ: πολλούς συγγραφείς. Aφορά εκείνους που παίρνουν σοβαρά τον ρόλο τους, δηλαδή τον ρόλο του αντιδραστικού στο ρεύμα, τον ρόλο του επαναστάτη. Εγώ πλέον, όποτε αναφέρομαι σε συγγραφείς, αναφέρομαι μόνον σε αυτούς. Τους Happy (;) few. Oι άλλοι, είναι απλώς σημάδια των καιρών, ένα επάγγελμα ακόμα, μια συναλλαγή ακόμα.Σ' αυτό το πλαίσιο η σχέση της σύγχρονης μυθοπλασίας με την Πραγματικότητα είναι μια σχέση σύγκρουσης, μια σχέση πάλης, η οποία, στο βαθμό που καταφέρνει να είναι αυθεντική, απόλυτα δοσμένη σ' αυτόν τον σκοπό, οδηγεί βαθμιαία τον συγγραφέα και τους αναγνώστες του σε μια ικανοποιητική ανάγνωση του σύγχρονου κόσμου, και άρα, εξασφαλίζει τη «χρησιμότητά» της.Ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα στην Iστορία της λογοτεχνίας είναι εκείνο της αληθοφάνειας. H σχέση της μυθοπλασίας με το Πραγματικό. Διότι το Πραγματικό είναι η Zωή, είναι εμείς, άρα μας ενδιαφέρει να γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό η μυθοπλασία νοιάζεται να το αποδώσει. Kι ακόμα (και κυρίως) με ποιον τρόπο το αποδίδει. Eίναι πειστική; Eίναι παραπλανητική; Tο αποδίδει ως κλινική παρατήρηση (π.χ. όπως στο Nατουραλισμό;), ως κοινωνικό σύμπτωμα (γαλλικός ρεαλισμός τύπου Mπαλζάκ), ως ψυχολογική ανάλυση (π.χ. ψυχολογικός ρεαλισμός τύπου Nτοστογιέβσκι ή Tσέχοφ), ως αισθητική ή ιδεολογική στάση (τέχνη για την τέχνη, συμβολισμός, σοσιαλιστικός ρεαλισμός) κ.λπ.;To ιστορικό γεγονός παραμένει αδιάψευστο: η καλύτερη λογοτεχνία κάθε καιρού και κάθε τόπου γύρισε την πλάτη στο ζήτημα της αληθοφάνειας. Aυτό πιο συγκεκριμένα σημαίνει: όχι ότι αδιαφόρησε για το Πραγματικό καθεαυτό. Tο αντίθετο μάλιστα. H καλύτερη λογοτεχνία ουδέποτε αδιαφόρησε για το Πραγματικό. Aδιαφόρησε όμως για τον βαθμό αληθοφάνειας διά της οποίας θα το αποδώσει. Δείτε π.χ. τον Δάντη, τον Στερν, τον Θερβάντες, τον Pαμπελέ, τον Γκόγκολ, τον Μπέιλι, τον Kάφκα, τον Τζόις, τον Mπέκετ, τον Μπόρχες, τον Μούζιλ, τον Μπροχ, για να αναφέρω πρόχειρα, έτσι στην τύχη, μερικά πασίγνωστα παραδείγματα αναληθοφανούς ρεαλισμού. Kι όμως όλοι αυτοί οι μεγάλοι κλασικοί αγωνιούσαν για την απόδοση του Πραγματικού. Θα τους ονομάσουμε ρεαλιστές; Δεν νομίζω. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που τους έκαιγε όταν έγραφαν.H αυθεντική τέχνη του λόγου διαπιστώνεται σε όλες τις σχολές και τις τάσεις, σε όλα τα ρεύματα και τις σχολές που μετράει η λογοτεχνία του ανθρώπου, από τον Όμηρο έως σήμερα. Eπομένως η σχέση της λογοτεχνίας με το Πραγματικό δεν είναι μια σχέση μορφική με την πολύ στενή έννοια, (δηλαδή μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης πιστότητας στην απόδοση του Πραγματικού), είναι πρωτίστως, μια σχέση μορφική με την ευρύτατη έννοια, σχέση εμπειρική / καλλιτεχνική.Σήμερα ζούμε έναν πληθωρισμό λογοτεχνίας που υποκρίνεται το αληθοφανές, το Πραγματικό. Tο μεγαλύτερο μέρος της ευπώλητης, μεταμοντέρνας μυθοπλασίας των τελευταίων είκοσι τριάντα ετών, παγκοσμίως, υποκρίνεται πως αποδίδει το Πραγματικό. Eπ' αυτού συνηθίζω να παραπέμπω στην προσφιλή μου φράση-κλειδί από τον Kούντερα, που, σημειωτέον, έχει γραφεί το 1993 (στο Προδομένες Διαθήκες):«Tο μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής παραγωγής μυθιστορημάτων αποτελείται από μυθιστορήματα έξω από την ιστορία του μυθιστορήματος: εξομολογήσεις εν είδει μυθιστορήματος, ρεπορτάζ εν είδει μυθιστορήματος, διακανονισμοί λογαριασμών εν είδει μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίες εν είδει μυθιστορήματος, αδιακρισίες εν είδει μυθιστορήματος, καταγγελίες εν είδει μυθιστορήματος, μαθήματα πολιτικής εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του συζύγου εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του πατέρα εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό της μάνας εν είδει μυθιστορήματος, διακορεύσεις εν είδει μυθιστορήματος, τοκετοί εν είδει μυθιστορήματος, μυθιστορήματα ad infinitum έως της συντελείας του αιώνος, που δεν λένε τίποτα καινούριο, δεν έχουν καμία αισθητική φιλοδοξία, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή ούτε στόν τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον άνθρωπο ούτε στη μορφή του μυθιστορήματος, μοιάζουν όλα μεταξύ τους, τα καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τα πετάς θαυμάσια τό βράδυ.»Aυτή είναι η αλήθεια κι όποιος δεν τη βλέπει ζει στα σκοτάδια. Tο σύγχρονο μυθιστόρημα υποκρίνεται το Πραγματικό. Στην ουσία αδιαφορεί γι' αυτό. Προτιμά να κάνει ένα φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού σαν αυτό που περιγράφει ο Kούντερα. Aλλά αυτό δεν είναι τέχνη του λόγου. Πρόκειται για έναν διεφθαρμένο ρεαλισμό, έναν ρεαλισμό που στέκεται επιπόλαια στον αφρό της ζωής – όπως η ρηχή δημοσιογραφία, όπως η πόρνη Μπάρμπι.
Κι έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά, το επαναλαμβάνω, χάνουμε από τα μάτια μας την ομορφιά του κόσμου. Συνηθίζουμε στην ασκήμια όπως συνηθίσαμε στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίσαμε στην πολιτική διαφθορά.

Στο επόμενο post θα έχουμε μια μικρή παρουσίαση του βιβλίου που στάθηκε η αφορμή για την προβολή των παραπάνω θέσεων.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος, η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη, η Κως, η Ίος, η Σίκινος ...

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι.
Οδυσσέας Ελύτης από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ


Η Ελλάδα που αντιστέκεται.
Η Ελλάδα που δε πληγώνει.
Η Ελλάδα που πλανεύει.

Εικόνες που ακόμα έχουμε τη χαρά να απολαμβάνουμε σε μια χώρα που αλλοτριώνεται και μεταλλάσσεται καθημερινά.

Στο τραπέζι σερβιρισμένος γαύρος, σαρδέλα στα κάρβουνα, χωριάτικη σαλάτα (πραγματική) και ουζάκι. Και το κασετόφωνο να παίζει τον Εθνικό ύμνο του ελληνικού καλοκαιριού.
Ακούστε τους ΓΛΑΡΟΥΣ με την Ελ. Αρβανιτάκη και ταξιδέψτε μαζί τους.

Όποιος βρει από πού είναι οι φωτογραφίες του χαρίζουμε ένα από τα βιβλία που προτείναμε στο προηγούμενο post.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Τα πνευματικά; σκουπίδια βλάπτουν σοβαρά τη σκέψη και το περιβάλλον

Ιούλιος
με ζέστη αλλά και με άδειες - ή με κλεμμένο ελεύθερο χρόνο.
Βραδιές που επιζητάτε τη συντροφιά ενός βιβλίου ή μεσημέρια που ταξιδεύετε μαζί του. Κι όπως όταν κανονίζετε τα του ταξιδιού φροντίζετε να τακτοποιήσετε και τη παραμικρή λεπτομέρεια, να ζητήσετε τις καλύτερες εξυπηρετήσεις και την άριστη ποιότητα, ΕΤΣΙ διαλέξτε και το (τα) βιβλία σας.
Μη σας θαμπώνουν οι λίστες των περιβόητων ΕΥΠΩΛΗΤΩΝ με τις οποίες παλιότερα ασχοληθήκαμε σ’ αυτό το μπλογκ και θα επανέλθουμε.
Μη σας ξεγελούν τα εντυπωσιακά εξώφυλλα και οι διαφημιστικές καμπάνιες.
Μπείτε στο βιβλιοπωλείο και επιλέξτε σύμφωνα με τη διάθεσή σας αλλά και σεβασμό πάνω απ’ όλα στον εαυτό σας. Θα βρείτε βιβλία για όλα τα γούστα, βιβλία για όλες τις ώρες. Μην όμως αγοράζετε αβασάνιστα. Υπάρχουν βιβλία ευκολοδιάβαστα, βιβλία που σας δημιουργούν ευφορία, βιβλία που σας κάνουν να γελάτε και είναι λογοτεχνικά διαμάντια. Μπορείτε ν’ αποφύγετε το εύπεπτο που δε προσφέρει απολύτως τίποτα. Άλλωστε εκτός της σκέψης τα πνευματικά; σκουπίδια βλάπτουν σοβαρά και το περιβάλλον μιας και θα τα πετάξετε - πολλές φορές πριν το τέλος - στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ.
Μ’ αυτό το πνεύμα σας προτείνουμε τα βιβλία του μήνα.

true Love: Άρης Μαραγκόπουλος,Πανδαιμόνιο: Κώστας Ακρίβος, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ: Ι. Μπουραζοπούλου, Λίγο από το αίμα σου: Σώτη Τριανταφύλλου, Ο κ. Επισκοπάκης: Ανδρέας Μήτσου, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας: Σελίν, Μπλε καστόρινα παπούτσια: Βασ. Σκρουμπέλος, Η Μαρία των Μογγόλων : Μαριάννα Κορομηλά, Στην Ευρώπη ταξίδια στον 20ο αιώνα: Χεϊρτ Μακ, Πως οι πλούσιοι καταστρέφουν τον πλανήτη: H. Kempf, Το τοτέμ του λύκου: Rong Jiang

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

ΠΕΡΙ ΒΡΑΒΕΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ & ΛΕΣΧΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ : Και η συζήτηση αναζωπυρώνεται ...

Ο Γιάννης Χαιρετάκης με τη διπλή ιδιότητα του συγγραφέα αλλά και του μέλους μιας εκ των καλυτέρων ομάδων ανάγνωσης παρεμβαίνει στο διάλογο για τη σύνδεση του Βραβείου Αναγνωστών με τις Λέσχες Ανάγνωσης.

Το ΕΚΕΒΙ αν και ήδη από πέρυσι είχε εκφράσει την ιδέα του για σύνδεση του Βραβείου Αναγνωστών με τις Λέσχες Ανάγνωσης (κατά την αναγγελία του νικητή του 2007, στην τηλεοπτική εκπομπή της Μπ. Τσουκαλά) επανήλθε στην Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης με την ίδια επιθυμία, αλλά χωρίς καμία ολοκληρωμένη πρόταση. Οι ίδιες οι λέσχες ανάγνωσης, πάλι, σίγουρα δεν είχαν φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη, όπως συμπεραίνω από τις ερωτήσεις που διατυπώθηκαν στην Έκθεση. Αλλά δεν έχει και πολλή σημασία τελικά.

Το θέμα που συζητιέται αυτές τις μέρες και χαίρομαι για τις πρωτοβουλίες και του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Έκφραση (http://sigxroniekfrasi.blogspot.com/kfrasi.blogspot.com/) και άπτεται των λεσχών ανάγνωσης είναι τα βιβλία που αυτές διαβάζουν, και αν υπάρχει το κατάλληλο υπόβαθρο για την επιλογή των καλύτερων (;) βιβλίων.

Αντικειμενικά κριτήρια επιλογής ενός έργου τέχνης δεν υπάρχει. Ποιος θέτει τα κριτήρια και με ποια κριτήρια αυτός θέτει τα κριτήρια; Τα ερωτήματα είναι πολλά, γνωστά και αναπάντητα. Επομένως και η επιλογή ενός βιβλίου (ή του βιβλίου της χρονιάς) είναι εξορισμού υποκειμενική. Αυτό βλέπουμε να συμβαίνει στους τοπικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, στα βραβεία λογοτεχνικών περιοδικών και εν τέλει στα ίδια τα Νόμπελ. Να πούμε απλά ότι «υπάρχουν πολλά πίσω από ένα βραβείο;» Βέβαια όλοι μπορούμε να μιλάμε για την απαξίωση του τάδε ή του συνόλου των βραβείων, αλλά όλα έχουν τελικά και ένα αντίκρισμα, που ελάχιστα αδιάφορους αφήνει τους ενδιαφερόμενους. Για τον συγγραφέα είναι η αύξηση των εσόδων του, για τον εκδοτικό οίκο αρκετή διαφήμιση.

Όταν το ΜΕΛΟΜΑ, ξεκίνησε τη λέσχη του με έναν μικρό πυρήνα 8 ανθρώπων, το πρώτο κείμενο που επέλεξε ήταν η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και όταν διευρύνθηκε το 2007 η Γυναίκα της Ζάκυθος, του Σολωμού. Από κει ταξιδέψαμε απ’ τον Τσίρκα ως τον Αλεξάνδρου κι απ’ το Φώκνερ ως τη Μόρισον. Τα ίδια τα άτομα (και όσα κουβαλούν) είναι αυτά που καθορίζουν το αναγνωστικό επίπεδο μιας λέσχης. Αν τώρα οι περισσότερες λέσχες ανάγνωσης αποτελούνται από γυναίκες και αν αυτές διαβάζουν «βιβλία κομμωτηρίου» όπως εύστοχα σχολιάζει ο κακός μαθητής (http://badpupil.blogspot.com/), ας επιλέξουν αυτά τα βιβλία για το βραβείο αναγνωστών. Άλλωστε όπως φαίνεται οι γυναίκες είναι αυτές που διαβάζουν περισσότερο (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_21/06/2008_274731) και μου είναι παντελώς αδιάφορο αν το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ θεωρηθεί βραβείο Αναγνωστριών ή όπως αλλιώς. (με πρόλαβε πάντως πάλι η Σελλά πριν αναρτήσω το κειμενάκι μου http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_26/01/2008_256934).

Σημασία έχει, φυσικά, ότι δεν είμαστε πεπαιδευμένοι στη σωστή ανάγνωση, (ωραία το αναγνωρίζουμε, όπως και πολλά άλλα ακόμα) αλλά δεν υπάρχουν και προτάσεις για να πάμε ένα βήμα πιο μπροστά. Και μήπως τελικά οι λέσχες είναι ένα «έτοιμο» ακροατήριο (;). Ο επόμενος στόχος μήπως είναι δηλαδή να εκπαιδευτούν οι λέσχες ανάγνωσης;

Ο Γιάννης Χαιρετάκης
γεννιέται το 1977 στην Αθήνα και μεγαλώνει στο Χαϊδάρι, στον κεντρικό δρόμο του με τις πολυσύχναστες καφετέριες και τις δεκάδες ιστορίες να εκτυλίσσονται κάτω απ’ το μπαλκόνι του. Σπουδάζει στα Γιάννενα αρχικά, και στο Ρέθυμνο στη συνέχεια, Ιστορία και Αρχαιολογία, ενώ περνάει κάποια χρόνια σε Τήνο, Σαλαμίνα και Χανιά για δουλειές ή άλλες υποχρεώσεις. Απ’ το 2001 εργάζεταιι ως ωρομίσθιος αρχαιολόγος κυνηγώντας συμβάσεις. Οι πειραματισμοί με τη γραφή ξεκινούν από νεαρή ηλικία, κάπου στα γυμνασιακά χρόνια, όταν σε ευχετήριες κάρτες συγγενών και φίλων γράφει ομοιοκατάληκτες στιχοπλοκές ως ευχές. Στη συνέχεια, ως φοιτητής, φλερτάρει με την ποίηση, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα ή λίγο μετά, συνάπτει σχέσεις με τον πεζό λόγο. Γράφει συστηματικά και πετάει επίσης συστηματικά αμέσως μετά τις σπουδές, την περίοδο της ηρεμίας στην Τήνο. Το 2004, μόνιμα πια στην αττική γη, μετά από ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής, 8 άτομα αποφασίζουν να συνεχίσουν να συναντιόνται σε εβδομαδιαία βάση, δημιουργώντας τελικά τη λογοτεχνική ομάδα ΜΕΛΟΜΑ. Αρχίζει να δουλεύει πιο συνειδητά, γράφοντας, διαβάζοντας και κυρίως σκίζοντας.

Αυτά και για σήμερα. Ο διάλογος θα συνεχίζεται όσο εσείς θα τοποθετείστε.
Για να διαβάσετε το σύνολο των τοποθετήσεων στη θεματική ΒΡΑΒΕΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΣΧΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ πατήστε
ΕΔΩ.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Κι ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΗΣ στις γειτονιές των αγγέλων

Ετοιμαζόμαστε να αναχωρήσουμε στα τέλη του προηγούμενου μήνα για τη Διεθνή 'Εκθεση Βιβλίου στη Θεσ/νίκη, όταν μάθαμε τη θλιβερή είδηση και δεν προλάβαμε να τη καταχωρήσουμε αμέσως. Ο Άγγελος Ελεφάντης, ευρύτερα γνωστός ως ο διευθυντής και εκδότης του περιοδικού «Ο Πολίτης» από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, πέρασε στις γειτονιές των αγγέλων.
Του άρεσε του Άγγελου αυτό που γίνεται στο βιβλιοπωλείο μας.
Κι είχε έρθει ως ομιλητής αλλά το πιο τιμητικό και ως ακροατής σε εκδηλώσεις μας. Δε θα ξεχάσουμε μετά τις ομιλίες - στις καθιερωμένες επισκέψεις σε ταβερνάκια της Λιβαδειάς όπου αναλύονται όλα όσα έγιναν, και λέγονται, και κάποια που για διάφορους λόγους δεν ειπώθηκαν - τις προτάσεις που μας έκανε για κατοπινούς ομιλητές και πόσες φορές ανοιγόκλεισε το σημειωματάριό του να μας δώσει τηλέφωνα τονίζοντας να κάνουμε χρήση του ονόματός του.
Άγγελε ακόμα δεν ήρθαν όλοι αυτοί που μας πρότεινες. Θα τους φέρουμε όμως. Και θα 'σαι περισσότερο παρών από κάθε άλλη φορά ως τώρα.


Παραθέτουμε όπως καταχωρήθηκε στην ΑΥΓΗ στις 30-5-2008 τον αποχαιρετισμό στον Άγγελο από τον ιστορικό Σπύρο Ι. Ασδραχά, στενό του φίλο και πρόεδρο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).
του Σπύρου Ι. Ασδραχά
Θα 'ρθει μια μέρα, Άγγελε, όπου νέοι άνθρωποι, εμπνευσμένοι από τη βιωτή και τον στοχασμό σου, θα μελετήσουν τη μακρά πνευματική και πολιτική σου διαδρομή, και μαζί μ' αυτή τις τύχες του τόπου που μας γέννησε, τύχες από το 1940, ως τις ώρες που τώρα ζούμε~ από το 1940, γιατί από τότε αρχίζουν οι δικές σου εμπειρίες, πριν από τη χρονολογία αυτή, γιατί οι χρονικές αναφορές του έργου σου, με πρώιμο την Επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, εκτείνονται σε ένα μακρινότερο, αλλά και ιδρυτικό πριν. Θα 'ρθει καιρός για όλα τούτα, Άγγελε, γιατί μαρτύρησες και πάλεψες για μεγάλα και σπουδαία, όπως και συ είχες πει για άλλους με ευθυκρισία και αγάπη. Τώρα είναι η στιγμή της στοχαστικής συντριβής. Όχι για δίκαιους επαίνους ούτε για βιογραφικές υπενθυμίσεις, ούτε ακόμη για δυσβάσταχτους συγκινησιακούς κραδασμούς: το έλλογο πάθος του Άγγελου Ελεφάντη μάς καλεί σε άλλο πένθος, βουβό και σώψυχο. Έτσι, δε θα πω τίποτε για την ευρύχωρη πνευματική του πρσωπικότητα, για τη δημιουργική και αποδεκτική του γραφή, για τον πολιτικό και πάντα επίκαιρο και μαχητικό πολιτικό του λόγο, για τη μαρξική του απελευθερωμένη παιδεία, για τη βαθειά ανατρεπτική του εμμονή για την υπέρβαση κάθε εθιμοφροσύνης, που, η τελευταία, μπορεί να απαλύνει τη σκληρή ζωή, υπέρβαση σύμπλεη της αυτοθυσίας, αλλά και μιας ενδόμυχης, όχι πάντα ρητής απαξίωσης~ γιατί στον Άγγελο δεν έσβηνε η μνήμη των αφορμών που τον έφεραν να συναντηθεί με πλήθος ανθρώπων με κοινές ρίζες~ δε θα πω ακόμη τίποτε για τη σοφή του κατάφαση στις χαρές της ζωής, για τη βιωματική του κατάφαση απέναντι στη φύση και στον έλλογο εξοικισμό της, χαρές και καταφάσεις που γι' αυτόν ήταν πολιτισμικές αξίες. Όλα τούτα αναδεύουν στις ψυχές μας, δεν είναι της στιγμής, η εξιστόρησή τους. Θα ήθελα, ωστόσο, να θυμίσω κάποιους από τους σταθερούς χαρακτήρες της προσωπικότητάς του. Χωρίς καμιάν υπερβολή, είναι ένας χθόνιος άνθρωπος, κι αυτό όχι μόνο γιατί η επισταμένη ανθρωπολογική και ιστορική του παιδεία τού είχαν διδάξει το πανάρχαιο δράμα, της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, αλλά γιατί μετάλλαξε τα γενέθλια βουνά του σε διαρκή συγκίνηση και συμμετοχική γνώση, που τον συνόδευαν σε όλη του ζωή, από την πατρογονική του λογγιά ώς τον Αρδηττό, για να χυθούν στη θάλασσα του Αιγαίου, που έγιναν νησιά. Μας άφησε το παραμύθι του παππού του και, μαζί του, ένα μάθημα ανθρωπογεωγραφίας και κοινωνικής ιστορίας των βουνίσιων τόπων και των ανθρώπων τους, ξανοιγμένων πια στην απωσιά του μεγάλου κόσμου: είναι οι άνθρωποι της Αντίστασης, του Εμφυλίου, του Μαρτυρίου, των οποίων φρόντισε από κοντά να διασώσει τη μνήμη, όπως οι ίδιοι την κατέγραψαν: χθόνιο πρόσωπο, συνείδηση ιστορική. Αυτή η τελευταία γίνεται πολιτική πράξη και την εδραιώνει: αν στα πολιτικά και ιστορικά του κείμενα ξεκινά από σταθερές νοητικές αρχές, από δεδομένη γενική αντίληψη του κόσμου, τη δημιουργικά μαρξική, ποτέ του δεν εικονογραφεί με τον πολιτικό και ιστορικό του λόγο, θεωρητικές προκείμενες: η ιστορική του συνείδηση γίνεται πολιτική κριτική συνείδηση που, αν συστοιχούσε με την απλοχωριά της ανανεωτικής Αριστεράς, δεν βολευόταν πάντα στις κατά καιρούς εκφάνσεις τους. Αυτή του την ένταξη στην αριστερή ευρύτητα εξέφραζε ωραία, και κάτι παραπάνω από συμβολικά η εμμονή του να πολιτεύεται στα πατρώα χώματα, τιμώντας χωρίς αντάλλαγμα τη Σπάρτη που του έλαχε και την αγωνιστική του εμμονή. Μιλούσε, επίσης, και έγραφε για τον πόλεμο, μάλιστα για τον Δεύτερο Παγκόσμιο, για να πει ότι σ' αυτόν οφείλεται η μέστωση και η κυριαρχική ανάδειξη νέων ιστορικών υποκειμένων, όπως το εξέφραζε η κομμουνιστική ιδεολογία και όπως κι αυτά την εκφράζανε. Βεβαίως, είχε προηγηθεί η ρήξη του με το σοβιετικό εξουσιαστικό σύστημα, ρήξη που δεν είναι άμοιρη μιας άλλης, εκείνης με τον παπανδρεϊκό σοσιαλισμό: όλα αυτά με πολύ πάθος, με θεμελιακές εμμονές, όχι όμως χωρίς στοχαστικές προσαρμογές. Στόχος τους, η συγκρότηση μιας νέας, αλλά έλλογης, κοινωνικής Αριστεράς με ισχυρό πολιτισμικό, δικαιικό και ηθικό βάθρο. Απομένουν πολλά να γίνουν ως προς αυτή την κατεύθυνση και η απουσία του Άγγελου Ελεφάντη δεν θα 'ναι χωρίς ιδιαίτερο βάρος. Άφησε όμως για όσους έχουν τη ζωή μπροστά τους, μια πλούσια κληρονομιά, τα βιβλία του, την αρθρογραφία του, τον κατ' εξοχήν μάρτυρα της αριστερής προβληματικής, τον Πολίτη, τα άρθρα του στην Αυγή και στην Εποχή, τις τόσες προφορικές του καταθέσεις, συντακτικά στοιχεία μιας αναμενόμενης ανασύνθεσης, στην οποία πίστεψε και στην οποία αφιέρωσε με αυταπάρνηση τη ζωή του.
Έσσεται ήμαρ, Άγγελε, για σε και τους ορίζοντές σου.
Τα βιβλία του Άγγελου Ελεφάντη
* Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στο Μεσοπόλεμο (1976)
* Ο ανεύρετος σοσιαλισμός (1982)
* Στον αστερισμό του λαϊκισμού (1991)
* Διά γυμνού οφθαλμού (1998)
* Μinima memoralia. H ιστορία του παππού μου (2001) Μας πήραν την Αθήνα… *Ξαναδιαβάζοντας μερικά σημεία της ιστορίας 1940-1950 (2002


Η συμβολή του Άγγελου Ελεφάντη στον τομέα των ιδεών, της πολιτικής και της πολιτικής σκέψης υπήρξε καίρια και εκδηλώθηκε με ποικίλους τρόπους: ως εκδότη και διευθυντή του «Πολίτη», ως βασικού αρθρογράφου της «Εποχής» και της «Αυγής», ως εμπνευστή και εμψυχωτή πολλών πρωτοβουλιών και ανθρώπων, ως ενεργού και δραστήριου αριστερού. Το συγγραφικό έργο του είναι ογκώδες, καθώς εκτός από τα άρθρα, τα δοκίμια και τις μελέτες που συνέγραψε, επιμελήθηκε, μετέφρασε και εξέδωσε πλήθος σημαντικών έργων.
Για όλους όσοι αντιλαμβάνονται την αριστερά ως αδιαπραγμάτευτη στάση ζωής, τον μαρξισμό ως διαρκής, επίπονη και κριτική διανοητική εργασία και την πολιτική ως μια σοβαρή και σύνθετη υπόθεση, ο Ελεφάντης αποτελούσε σταθερό σημείο αναφοράς και έμπνευσης. Η έμφαση στην αξία της συλλογικότητας, στην επιστημονική προσέγγιση της ιστορίας και της κοινωνίας και στην ένταξη της καθημερινής πολιτικής πρακτικής στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη του Ελεφάντη σε όλους μας.


Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ προσφέρει σε σας, απόσπασμα από ένα μοναδικό ντοκουμέντο, ( δυστυχώς με κακή ηχογράφηση ) από την τοποθέτηση που έκανε ο Άγγελος στο βιβλιοπωλείο μας στις 3-11-2002 σχετικά με την Αριστερά, την Τρομοκρατία και τα Μ.Μ.Ε.
 

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Χρίστος Λάσκαρης, ένας ά γ ν ω σ τ ο ς ποιητής

Πέθανε την Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008 ο διακεκριμένος Πατρινός ποιητής, Χρίστος Λάσκαρης σε ηλικία 77 ετών. Γεννημένος στο Χάβαρι Ηλείας, μεγάλωσε στην Πάτρα. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης, αλλά δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα του δασκάλου. Ως τη συνταξιοδότησή του εργάστηκε στον Ασφαλιστικό Οργανισμό Αστικών Λεωφορείων Πατρών. Παράλληλα, αφοσιώθηκε στα Γράμματα και ειδικότερα στην ποίηση. Ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων ενώ ποιήματά του περιέχονται σε πολλές ανθολογίες και πολλά έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες όπως τα Γερμανικά, τα Ισπανικά, τα Πολωνικά, τα Πορτογαλικά κ.ά.

Ορισμένα από τα βιβλία του είναι: «Απόγευμα προς βράδυ» (2007), «Δωμάτιο για έναν» (2001), «Ποιήματα» (1978), «Να εμποδίσεις τις σκιές» (1982), «Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε» (1979), «Να τελειώνουμε» (1986), «Σύντομο βιογραφικό» (1991), «Ποιήματα» (1995), «Τέλος προγράμματος» (1997) καθώς και η συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του το 2004.
Το 2007 του απονεμήθηκε το βραβείο Καβάφη.
Ο Χρίστος Λάσκαρης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ποιητές, έδωσε έργο εξαιρετικό πέρα από τα φώτα της δημοσιότητας, έτσι όπως ταιριάζει στους αληθινούς ποιητές.
Καλό σου ταξίδι Χρίστο και καλήν αντάμωση.
 



Χρίστος Λάσκαρης, ένας ά γ ν ω σ τ ο ς π ο ι η τ ή ς

του Γιώργου Χ. Θεοχάρη


«Φύλαξε στο κρυφό σεντούκι της ύπαρξής σου τη/ σιωπή»
Jose Ramon Ripoll: Η μοναδική ιδιοκτησία

«Όταν βρίσκω/ στη σιωπή μου ετούτη/ μια λέξη/
είναι σκαμμένη στη ζωή μου/ σαν άβυσσος»
Giuseppe Ungaretti: Αποχαιρετισμός

Η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη οφείλεται στην ανάγνωση της Ανθολογίας Σύγχρονης Ερωτικής Ποίησης, των εκδόσεων Καστανιώτη, την οποία επιμελήθηκαν, το 1987, οι ποιητές Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Θ. Νιάρχος, εκδότες του περιοδικού Η Λέξη.
Τα δώδεκα εκείνα, μικρής εκτάσεως, ποιήματα ερωτικού σπαραγμού και υπαρξιακής αγωνίας, ήταν αρκετά ώστε να μου συστήσουν έναν ποιητή με στέρεο λόγο. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προξένησε τότε το ακόλουθο ποίημα:

 
Τη νύχτα όχι
δε θα μας την πάρουν,
δεν θα μας την πάρουνε,
αγαπημένη.

Με τα κορμιά τους,
όλο και πιο πολλοί
θα την υπερασπίζουν εραστές.


μέσα από τους στίχους του οποίου διαφαινόταν – λαμβανομένης υπ’ όψιν και της αμφισημίας σχετικά με τη λέξη «νύχτα» ως ενδιαίτημα των ερωτευμένων αλλά, κυρίως, ως τόπο και πεδίο προνομιακό της ποίησης- ότι ο ποιητής προσέφερε στον αναγνώστη τη δυνατότητα να νοιώσει την ποίηση σωματικά και να την υπερασπιστεί με το σώμα του, κάτι που έγινε, συν τω χρόνω, βεβαιότητα με κάθε νέο του γραπτό.

Ο Χρίστος Λάσκαρης επιλέγοντας τη μικρή φόρμα στολίζει τα ποιήματά του με λέξεις κοφτερές, με ρήματα ουσιαστικά, δίχως επίθετα πολλά και καλολογικά περιδέραια. Οι λέξεις διαλέγονται όχι για να στολίσουν το ποίημα αλλά για να το κάνουν ανθεκτικό να περπατήσει σίγουρα ο αναγνώστης πάνω του να πάει στην πέρα μεριά, να συναντήσει το γραμμένο του ή να επιχειρήσει να ξεφύγει. Λέξεις – αρμοί, λιθάρια ριζιμιά για να μπορεί κι ο ποιητής να ακουμπήσει:

Μικρές καθημερινές λέξεις.
Ο αναγνώστης δεν ξέρει
τι σταθήκατε για μένα.
Διαβάζει απλώς ένα ποίημα.

Λέξεις όπως η τελευταία πέτρα στα τοξωτά ηπειρώτικα γιοφύρια, αυτή στο κέντρο του τόξου που όταν μπει, αν έχει διαλεχτεί σωστά, στηρίζει όλο το οικοδόμημα, δίχως να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες, δίχως να είναι διακοσμητική ή διακοσμημένη αλλά μονάχα χρηστική. Και μέσα σε κάθε ποίημα να χτίζει ο ποιητής την ύπαρξή του για να στεριώνει ο λόγος του.

Απαλλαγμένα, λοιπόν, τα ποιήματα από κάθε περιττολογία, με τις απαραίτητες λέξεις μονάχα, και με το αίσθημα να προκύπτει τόσο άμεσα, ο αναγνώστης εξέρχεται μετά από κάθε ανάγνωση με την βεβαιότητα πως ό,τι διάβασε αφορούσε στη δική του πραγματικότητα.
Ο Χρίστος Λάσκαρης προσπαθεί να φθάσει από εκατό δρόμους στα όρια της σιγής –ο Καρυωτάκης αποτελεί, έτσι κι αλλιώς, μία από τις σταθερές της ποιητικής του μαθητείας. Κοπιάζει, στίχο το στίχο, να χτίσει το ποίημα με το πολύτιμο του ελάχιστου, ώστε, πολλές φορές, αυτό προβάλλει λες αχειροποίητο. Ακροβατεί σε βάραθρα σιωπής κάνοντας διαρκώς ασκήσεις λεκτικής οικονομίας για να πετύχει την κυριολεξία του.
Δεν θα ήταν υπερβολικό αν λέγαμε πως τελικός του στόχος είναι να κατορθώσει ένα ποίημα χωρίς λέξεις. Να κατορθώσει ποιήματα φτιαγμένα από ύλη σιωπής, για να μνημονεύσουμε και τον Νίκο Καρούζο, στον οποίο οφείλουμε και την ακόλουθη διατύπωση:
«Η τελευταία τέλεση της γλώσσας είναι η δημιουργική σιωπή. Τελική επιδίωξη της γλώσσας είναι η τελειοποίηση της σιωπής, η αγιότητα της σιωπής, το άφατο της σιωπής, όλων των εσωτερικών ερημώσεων το ανυπολόγιστο ζήσιμο»
Η σιωπή διατρέχει όλο το έργο του Χρίστου Λάσκαρη, είτε σαν σιωπηλή πορεία προς το αναπότρεπτο, είτε σαν σιωπή του τοίχου, αντικαθρέφτισμα του μοναχικού ανθρώπου, είτε σαν των ημερών μας το ποτάμι αυτό, που σίγησε, είτε σαν δυνατότητα καταφυγής (το καταφύγιο που φθονούμε –και πάλι ο Καρυωτάκης) για να μπορ(εί) στα ποιήματά (του) να σωπαίν(ει), είτε, ακόμη, σαν απελπισμένη απαίτηση απέναντι στη φλυαρία της ίδιας της ποίησης, απέναντι στην αναποτελεσματικότητα του λόγου και της τέχνης του λόγου ν’ αφηγηθούν το σπαραγμό του πονεμένου ανθρώπου:

Να σταματήσουν
οι μπαλλάντες και τα ποιήματα,
να γίνει επιτέλους σιωπή,
όπως εκείνη
που φέρνουνε το σκοτωμένο
στο ξυλοκρέβατο
κι ακούγεται η σπαραχτική κραυγή
μέσ’ απ΄ το σπίτι.






Περιγράφει τόσο αποτελεσματικά τη μοναξιά, τη θλίψη που γεννά, τη διαβρωτική επίδραση στην ψυχή μας, τη σιωπή –μιαν άλλη τώρα σιωπή- που επιβάλλεται από την έλλειψη ενός αντάξιου συνομιλητή, από την απουσία ενός αντάξιου ζώντος που να μπορεί ν’ ακούει.
Ας δούμε δύο σπουδές πάνω σε μιαν εικόνα μοναξιάς γραμμένες με διαφορά δύο, τουλάχιστον, δεκαετιών:

Σε ξέρω καλά σιωπή του τοίχου,
σ’ έχω γνωρίσει τα κρύα απογεύματα
όταν η μέρα γύριζε
κι ο ίσκιος σου
άρχιζε να δουλεύει
μέσα στην κάμαρα και την καρδιά.
Ήθελα κάποιον κοντά μου,
κάποιον ζωντανό, που να μπορώ να μιλήσω,
καθισμένον εκεί, στο κρεβάτι μου.
Μα δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι.
Όλοι είχαν βγει
να σεργιανήσουν στη λιακάδα.


και 22 χρόνια αργότερα :

Τον τοίχο είχα απέναντι,
τον γκρίζο, γυμνό τοίχο.
Καθόμουνα και τον κοίταζα.

Σε κάποια στιγμή,
τον άκουσα να μου υπαγορεύει ένα ποίημα.

Το ποίημα μιλούσε για έναν τοίχο,
ένα, γκρίζο, γυμνό τοίχο-
και για κάποιον
που καθόταν αμίλητος και τον κοίταζε.


Έτσι, με τα χρόνια, η μοναξιά έγινε, δια της σιωπής, ποιητικός υποβολέας παράγοντας μια ποιητική ύλη η οποία δεν πνίγεται, βεβαίως, στην απογοήτευση αλλά επιμόνως, εικονοποιώντας τον πόνο, δείχνει τη ζωή και, προπαντός, μια ποίηση η οποία μας οικειώνει με τη φθορά και με το θάνατο και προσφέρεται ως αντίδοτο στην καταλυτική επίδραση του αναπότρεπτου της παρουσίας του. Γράφει ο Χρίστος Λάσκαρης «συνομιλώντας» με την Τέχνη του:


Είσαι εδώ
για να με προστατεύεις:
να εμποδίζεις τις σκιές να δράσουνε,
το θάνατο
να γίνει τρέλα.

κι ακόμη:

Μέσα μου κάτι άγνωστο
και σιωπηλό.

Όσο είναι καιρός
σε ποίημα
να το οδηγήσω.

Ν’ απομονώσω
τη σκοτεινή του δύναμη.


και τέλος, σ’ εκείνο το δηλωτικό της πεποίθησης του ποιητή για τη λειτουργία της ποίησης στη ζωή μας:

Γράφουμε ποιήματα σημαίνει
εμποδίζουμε το θάνατο,
δεν τον αφήνουμε να εκδηλωθεί.

Με λέξεις τον τυλίγουμε,
με όμορφα επίθετα.



Η ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη μας προτείνει έναν σαφή, ευκρινή τρόπο ν α ε ί μ α σ τ ε με τα πράγματα, με τα υλικά στοιχεία της ζωής: τον έρωτα, το χρόνο, τον πόνο, το θάνατο. Μια ποίηση γεμάτη αγάπη και πένθος για την ύπαρξη.
Ο σεμνός, αξιοπρεπής, χαμηλόφωνος, ά γ ν ω σ τ ο ς –για τους πολλούς- ποιητής Χρίστος Λάσκαρης, με τα ποιήματά του περιγράφει τον πόνο του μοναχικού ανθρώπου απλά, τον αποκωδικοποιεί, τον ερμηνεύει, που θα πει: τον σμιλεύει, εξομαλύνει τις αιχμές του, τον γλυκαίνει, τον εξημερώνει, του δίνει μία ροπή προς το φως. Εξανθρωπίζει τη φρίκη της μοναξιάς, συρρικνώνει την απελπισία, περιορίζει τις διαστάσεις της, επιχειρώντας να την καταστήσει ανίσχυρη κι αυτό, εκτός των άλλων, είναι μια πράξη πολιτική. Κι όπως ο ίδιος δηλώνει:


Η ευτυχία του βρίσκεται στο γράψιμο
-καθώς φέρνει στο φως
αυτά τα ποιήματα-

και η ελευθερία του βρίσκεται στο γράψιμο,
και η αγάπη του για τον πλησίον.

Ο Χρίστος Λάσκαρης μας ζητάει το ελάχιστο που μπορούμε να του προσφέρουμε:

Αγώνα δίνω φίλε αναγνώστη,
αγώνα τρομερό.
Έρχομαι σώμα με σώμα.

Αν νικήσω
θα ωφεληθείς και συ.

Προσευχήσου λοιπόν για μένα.


Προσευχόμαστε να παραμείνει ά γ ν ω σ τ ο ς.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

ΠΕΡΙ ΒΡΑΒΕΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ & ΛΕΣΧΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ : Και η συζήτηση καλά κρατεί ...

Σήμερα τη σκυτάλη του διαλόγου παραλαμβάνει ο συγγραφέας Μάκης Καραγιάννης που κάνει κι ένα σύντομο διάλογο με το bloger Grandman.

Μάκης Καραγιάννης
συγγραφέας, συνεκδότης του περιοδικού "ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ" της Κοζάνης

Ο Μισέλ ντε Μονταίν, οι κίνδυνοι της ανάγνωσης και των βραβείων

Πιστεύω, ότι τα βραβεία είναι για να ικανοποιούν τη ματαιοδοξία του συγγραφέα. Είναι κι αυτοί άνθρωποι με σάρκα και οστά και δεν είναι αδιάβροχοι από τις ανθρώπινες αδυναμίες. Ωστόσο, η λογοτεχνία προχωρούσε πάνω απ’ όλες τις εφήμερες αξιολογήσεις.
Νομίζω ότι «οι αναγνώστες» δίνουν καθημερινά το βραβείο τους με τις εκατοντάδες χιλιάδες πωλήσεις συγκεκριμένων ευπώλητων. Ο χρόνος βέβαια θα κάνει τη δουλειά του και θα αποδώσει δικαιοσύνη, εντάσσοντας τα σημαντικά στον λογοτεχνικό κανόνα και ρίχνοντας τα υπόλοιπα στη χωματερή της λήθης. Επειδή όμως ο χρόνος αργεί, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στον αναγνώστη. Όχι με το ερωτευμένο βλέμμα της λατρείας και της κολακείας που του απευθύνει η αγορά, αλλά για να αναδείξουμε τον «επαρκή αναγνώστη» -«Un suffisant lecteur»- για τον οποίο μίλησε ο Μονταίν, πατέρας του δοκιμίου και φανατικός φίλος των βιβλίων.
Ο ίδιος μάλιστα, σε αντίθεση με τον σημερινό καταναλωτή βιβλίων , ο οποίος θα πρέπει να δρασκελίσει στα βιβλιοπωλεία πάνω από τις στοίβες των ευπώλητων για να φτάσει στα πίσω ράφια, όπου παραμένουν στα αζήτητα τα σημαντικά βιβλία, θα παραμένει ένα πρότυπο και θα αντιπροσωπεύει πάντα έναν άλλο τύπο αναγνώστη, του λόγιου και καλλιεργημένου ανθρώπου της Αναγέννησης, ο οποίος έχει άριστη γνώση της κλασικής γραμματείας, εκφράζει τις αμφιβολίες ή τον σκεπτικισμό του, αναζητά την αλήθεια ή την πλάνη της ζωής και της γραφής.
.
Ο Μάκης Καραγιάννης γεννήθηκε στις Γούλες Κοζάνης το 1958. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι συνεκδότης του περιοδικού "Παρέμβαση" και συμμετείχε στη διεύθυνσή του (1988-1993). Έχει δημοσιεύσει πεζογραφία, λογοτεχνική κριτική και μελέτες. Ασκεί συστηματικά κριτική βιβλίου από τις στήλες της εφημερίδας "Η Αυγή".
Τίτλοι στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ:
· (2007)
Ο καθρέφτης και το πρίσμα , Νεφέλη
· (2001)
Η αισθητική της ιθαγένειας , Παρέμβαση, [ανθολόγηση]

Ο Κώστας Κατσουλάρης σε κριτική του μεταξύ άλλων αναφέρειστον Ελεύθερο Τύπο της 11.05.08 για το τελευταίο του βιβλίο:
«Η γλώσσα, σαφής, μετρημένη, συγκρατημένα λυρική, μαρτυρά δουλειά, γνώση και σιγουριά.
Μια ώριμη, κατασταλαγμένη δουλειά, η οποία αδικήθηκε ελαφρώς από το κάπως ψυχρό εξώφυλλο και την ασθενική, από εκδοτικής πλευράς, προώθησή του.
Το Μάκη Καραγιάννη θα τον βρείτε στο blog ΤΟΙΣ ΕΝΤΕΥΞΟΜΕΝΟΙΣ
.
Ο bloger
Grandman είπε...
Mάκη, συμφωνώ απολύτως με το σχόλιό σου. Ο ανθρωπιστής αναγνώστης, ο homo universalis, δεν έχει ανάγκη τα βραβεία. Αυτός απλώς διαβάζει.
.
Ο ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ απάντησε ...
Οι αναγνώστες αποτελούν τον καθρέφτη της κοινωνίας. Την εικόνα αυτή έρχεται να επιδεινώσει η αγορά που επιβάλλει τους δικούς της κανόνες. Μπορεί η κριτική των εφημερίδων, των περιοδικών και των μπλογκ να ανατρέψει αυτήν την κατάσταση; Από τη σχετική συζήτηση στην φετινή έκθεση βιβλίου για τα λογοτεχνικά περιοδικά, τα μηνύματα είναι μάλλον απαισιόδοξα.Αυτή είναι και η δική μου αίσθηση.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

ΠΕΡΙ ΒΡΑΒΕΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ & ΛΕΣΧΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Τη δική του συνεισφορά στη συζήτηση που άνοίξαμε δίνει σήμερα ο Άρης Μαραγκόπουλος. Ο Κώστας Ακρίβος επανέρχεται με μια πρόταση που θα σκεφθούμε σοβαρά να υλοποιήσουμε και τα λίγα λόγια που μας έστειλε η ομάδα αναγνωστών ΜΕΛΟΜΑ έχουν ειδικό βάρος αφού προέρχονται από μια λέσχη αναγνωστών "ψαγμένη" που σίγουρα ξεχωρίζει.

Άρης Μαραγκόπουλος
συγγραφέας, μεταφραστής, κριτικός βιβλίου

Βραβείο αναγνωστών. Δύο θέματα σε ένα. Η ανάγνωση της λογοτεχνίας και η βράβευση κάποιου συγγραφέα.
Η ανάγνωση. Το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία: Η ανάγνωση, μια εμπειρία ζωής, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το σύγχρονο σχολείο που καθορίζει και τις λοιπές ζωτικές εμπειρίες όπως π.χ. τις συντροφικές σχέσεις: την τηλεόραση. Αυτό συμβαίνει σε όλον τον κόσμο. Όμως σε περιφερειακές χώρες όπως η Ελλάδα, με φονταμενταλιστικό / συντηρητικό προφίλ που σταθερά ντύνεται νεοπλουτίστικα χαρακτηριστικά, η ανάγνωση στην πλειονότητά της έχει μεταμορφωθεί σε ζάπινγκ του (περιορισμένου) ελεύθερου χρόνου. (Να μην παρεξηγηθώ: όσα λέω αφορούν την ανάγνωση της λογοτεχνίας και μόνο ή, πιο σωστά, της θεωρούμενης ως λογοτεχνίας.)
Αυτού του τύπου την ανάγνωση τροφοδοτεί μια πληθωριστική παραγωγή βιβλίων που θα μπορούσαμε να τα ορίσουμε χοντρικά ως «βιβλία κομμωτηρίου». Συγγραφείς χαμηλής παιδείας απευθύνονται σε αναγνώστες χαμηλής παιδείας και απαιτήσεων με ανάλογα υποπροϊόντα που οι εκδότες (αλλά και κάποιοι δημοσιογράφοι ακόμα και κάποιοι πανεπιστημιακοί) βιάζονται να τα ονομάσουν «λογοτεχνία» – γεγονός ανεπίτρεπτο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου π.χ. (για να δώσω ένα παρεμφερές παράδειγμα από άλλον χώρο) οι διαφορές ανάμεσα στο ταμπλόιντ και την εφημερίδα είναι ευδιάκριτες και σαφείς.
Η ανάγνωση στην Ελλάδα δεν αποτελεί ζωτική εμπειρία. Γι’ αυτό και η εκπαίδευση παιδεύεται με αδιάβαστα βιβλία και συγγράματα, γι’ αυτό και η Εθνική Βιβλιοθήκη είναι ανύπαρκτη, γι’ αυτό και στην πράξη δεν υφίσταται σχολική βιβλιοθήκη, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν δανειστικές δημοτικές βιβλιοθήκες όπως σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, γι’ αυτό και τα περισσότερα ελληνικά βιβλία για παιδιά είναι παιδαγωγικά απαράδεκτα κ.λπ.
Θυμάμαι που πριν ένα δύο χρόνια επισκέφτηκα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Βέρροιας που θεωρείται από πολλούς εξαιρετική ως προς την οργάνωση και τη διεύθυνσή της. Εξαιρετική ως προς τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, ναι. Εξαιρετική ως προς τους χώρους που διαθέτει σε μια περιφέρεια, ναι. Αλλά τι θλίψη! Ο διευθυντής της με υπερηφάνεια μου έδειξε τα βιβλία που προτείνει η βιβλιοθήκη κάθε εβδομάδα (για το ομολογουμένως νεανικό της κοινό). Όπως μου εξήγησε αποτελούσε πιστή αντιγραφή της λίστας των ευπωλήτων στις εφημερίδες!
Αναγνωστική παιδεία δεν έχουμε. Ακόμα. Οι λέσχες ανάγνωσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι συμπαθείς συνάξεις αναγνωστριών (κυρίως) που απασχολούνται με τα βιβλία του συρμού. Αυτό, με βάση τα παραπάνω, είναι απολύτως φυσικό. Και είναι απολύτως φυσικό να γοητεύονται αυτού του τύπου οι αναγνώστες από την ευκολία με την οποία μπορούν να προσεγγίσουν έναν Έλληνα (κυρίως μια ελληνίδα) συγγραφέα (είναι ο κανόνας) «που τους καταλαβαίνει και τον καταλαβαίνουν».

Τα βραβεία. Ας υπάρχουν όσα βραβεία θέλουν. Κανείς δεν μπορεί να τα απογορεύσει. Ένα βραβείο κρίνεται κάθε φορά που εκδίδει την ετυμηγορία του. Μ’ αυτόν τον τρόπο απαξιώθηκαν βαθμιαία τα κρατικά. Ένα βραβείο αναγνωστών που θα αποφασίζουν οι λέσχες ανάγνωσης θα είναι ένα βραβείο αναγνωστριών με τα τυπικά χαρακτηριστικά που μόλις ανέφερα.
Διακρίνω, σε όσους αναφέρονται σε αυτό το βραβείο, το άγχος να το προφυλάξουν ή να το εξασφαλίσουν –από τι; Από το «παραστράτημα» στα ευπώλητα; Γιατί να εκβιάσουμε τα πράγματα; Αυτή είναι η κυρίαρχη ανάγνωση στην Ελλάδα. Φτωχή, απαίδευτη, σμικρή.
Σε όλη τη χώρα δεν υπάρχουν πάνω από 10.000 αναγνώστες που αγοράζουν και διαβάζουν σε σταθερή βάση 2-3 βιβλία τον μήνα (παλιότερα αγόραζαν περισσότερα, τώρα η ακρίβεια…). Αναγνώστες όχι μόνον λογοτεχνίας αλλά κάθε είδους βιβλίου από βιβλίο για παιδιά έως δοκίμιο, Ιστορία, κ.λπ. Πώς αλήθεια θα μπορούσε να συλλέξει κανείς τις αληθινές και όχι διαμεσολαβημένες (από ΕΚΕΒΙ κ.λπ.) προτιμήσεις αυτών των «πραγματικών αναγνωστών»; Μόνον μέσα από μια ιδανική διαδικασία που θα κρατάει σε επίπεδο έτους (ώστε να ενημερώνεται η ευρύτερη αναγνωστική κοινότητα), θα δουλεύει διαδραστικά μέσα από το Διαδίκτυο κι όπου ο κάθε αναγνώστης δεν θα περιορίζεται σε ένα «μου αρέσει, δεν μου αρέσει» αλλά θα αιτιολογεί την άποψή του.
Ναι το (εξ ορισμού δημοκρατικό) Δίκτυο, μόνον αυτό, θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη δημοκρατία των απόψεων. Αλλά προσοχή! Τη δημοκρατία μόνον. Όχι την αξιοκρατία. Τα βραβεία είναι καθρέφτης της κοινωνίας που τα μοιράζει, καθρέφτης της κυρίαρχης ανάγνωσης. Αν η κυρίαρχη ανάγνωση γοητεύεται από τις «μαμάδες των βορείων προαστίων» γιατί τα βραβεία θα πρέπει να μεροληπτούν επ’ αυτής της προτίμησης; Εξάλλου δεν έχουν κανένα παιδευτικό ρόλο. Κανένα. Προσπορίζουν μόνον οικονομικά, μικρά οφέλη, στους εμπλεκομένους. Τίποτε άλλο.
Ας μην εθελοτυφλούμε. Κατά τη χώρα και η ανάγνωσή της. Κατά την ανάγνωση και οι βραβεύσεις.

O Άρης Mαραγκόπουλος έχει εκδώσει περισσότερα από δέκα βιβλία πεζογραφίας και κριτικής, και ισάριθμες μεταφράσεις (από τα γαλλικά και τα αγγλικά). Γράφει κριτική βιβλίου και ιδεών στoν Tύπο και στα σχετικά με τη λογοτεχνία περιοδικά. Ιδρυτικό στέλεχος των εκδόσεων «Τόπος» όπου και διευθύνει το τμήμα λογοτεχνίας.Mερικά από τα πιο γνωστά του βιβλία: Ulysses, Oδηγός Ανάγνωσης (χρηστική ανάγνωση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, εκδ. Κέδρος 2001, επανέκδοση: εκδ. Τόπος 2008). Oι Ωραίες Hμέρες του Bενιαμίν Σανιδόπουλου (μυθιστορία, εκδ. Kέδρος 1998). Τα Δεδομένα της Ζωής μας (επιστολική νουβέλα, εκδ. Ελλ. Γράμματα 2002). Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία (μυθιστορία, εκδ. Κέδρος 2002). Pωσία, 100 Xρόνια (φωτογραφικό λεύκωμα, εκδ. Pιζάρειο Ίδρυμα / Ίδρυμα Σταύρου Nιάρχου, 2002). Γλυκειά Επιστροφή, (ομόκεντρα διηγήματα, εκδ. Eλλ. Γράμματα 2003). Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες (δοκίμιο για τη νεοελληνική πεζογραφία, εκδ. Eλλ. Γράμματα 2005). Tελευταία του βιβλία: το μυθιστόρημα H μανία με την Άνοιξη (εκδ. Ελλ. Γράμματα 2006, Τόπος 2009), το λεύκωμα με φωτογραφίες από το αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου Η άλλη Ελλάδα 1950-65 (εκδ. Τόπος 2007), και το μυθιστόρημα True Love.

*Ο Άρης Μαραγκόπουλος έχει προσκληθεί στο βιβλιοπωλείο μας και έχει μιλήσει για τα παρακάτω θέματα:
- Ο ρόλος των διανοουμένων στη νέα τάξη πραγμάτων (1999)
- Το παραβατικό σπίτι του Γιάννη Ρίτσου (2003)
- Ο Οδυσσέας του Τζ. Τζοϋς (2004)

Κώστας Ακρίβος, συγγραφέας

Η προτίμηση του Γιώργου Θεοχάρη στη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Κεφάλα με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Πρόκειται για γραφή ήθους και εξαιρετικού αφηγηματικού ύφους. Όσο για τα βραβεία: μήπως θα ήταν προτιμότερο η πρόθυμη ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ να φιλοξενήσει έναν διάλογο το φθινόπωρο γύρω από αυτό το θέμα; Και ο καθείς τα όπλα του!

Η ομάδα αναγνωστών που εκφράζεται στο blog ΜΕΛΟΜΑ σχολίασε.


Είχαμε ανεβεί κι εμείς στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθήσαμε τις συζητήσεις περί Λεσχών. Οι προβληματισμοί περί του βραβείου, του πώς δίνεται και το τί κερδίζουν ο αναγνώστης και ο συγγραφέας είναι ακόμα ζωντανοί μέσα μας. Απαντήσεις επαρκείς δεν δόθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Τις ψάχνουμε ακόμα.

Αυτά για σήμερα. Ο διάλογος θα συνεχίζεται όσο εσείς θα τοποθετείστε.